εναγκαλισμός
•
- η στενή και τρυφερή περίπτυξη, αγκάλιασμα Βικιλεξικό
- μεταφορικάσχέση συνεργασίας που είναι ιδιαίτερα στενή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εναγκαλισμός < εναγκαλισ- (εναγκαλίζομαι) + -μός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εναγκαλισμός | εναγκαλισμοί |
| Γενική | εναγκαλισμού | εναγκαλισμών |
| Αιτιατική | εναγκαλισμό | εναγκαλισμούς |
| Κλητική | εναγκαλισμέ | εναγκαλισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →