εναλλακτικός
•
- ο ενδεχόμενος/δυνητικός αντικαταστάτης Βικιλεξικό
- ο σύγχρονος, ο μη παραδοσιακός, ο καινοτόμος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εναλλακτικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐναλλακτικός (που μετατρέπεται, ανώμαλος) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική alternatif ή από την γαλλική alternative
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εναλλακτικός | εναλλακτική | εναλλακτικό |
| Γενική | εναλλακτικού | εναλλακτικής | εναλλακτικού |
| Αιτιατική | εναλλακτικό | εναλλακτική | εναλλακτικό |
| Κλητική | εναλλακτικέ | εναλλακτική | εναλλακτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εναλλακτικοί | εναλλακτικές | εναλλακτικά |
| Γενική | εναλλακτικών | εναλλακτικών | εναλλακτικών |
| Αιτιατική | εναλλακτικούς | εναλλακτικές | εναλλακτικά |
| Κλητική | εναλλακτικοί | εναλλακτικές | εναλλακτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →