Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εναλλακτικός

/e.na.la.ktiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο ενδεχόμενος/δυνητικός αντικαταστάτης Βικιλεξικό
  2. ο σύγχρονος, ο μη παραδοσιακός, ο καινοτόμος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εναλλακτικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐναλλακτικός (που μετατρέπεται, ανώμαλος) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική alternatif ή από την γαλλική alternative

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεναλλακτικόςεναλλακτικήεναλλακτικό
Γενικήεναλλακτικούεναλλακτικήςεναλλακτικού
Αιτιατικήεναλλακτικόεναλλακτικήεναλλακτικό
Κλητικήεναλλακτικέεναλλακτικήεναλλακτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεναλλακτικοίεναλλακτικέςεναλλακτικά
Γενικήεναλλακτικώνεναλλακτικώνεναλλακτικών
Αιτιατικήεναλλακτικούςεναλλακτικέςεναλλακτικά
Κλητικήεναλλακτικοίεναλλακτικέςεναλλακτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →