εναντίον
•
- σε θέση πρόθεσηςκατά κάποιου, προς τον/το οποίο κατευθύνεται επιθετική πράξη Βικιλεξικό
- πολεμάνε εναντίον ...
- έψαξε πάλι γύρω, δεν μπορεί κάτι θα υπήρχε να χτυπήσει το πεισματάρικο άτι. Η Ιππολύτη, λες και κατάλαβε πως ο αγριάνθρωπος χαλάρωσε την προσοχή του, σηκώθηκε απότομα στα δυο της πόδια χλιμιντρίζοντας μανιασμένη. Της τράβηξε εκείνος τα χάμουρα όσο πιο δυνατά του επέτρεπαν ο φόβος και το μεθύσι, πού θα πήγαινε, θα το τιθάσευε το αγρίμι, αλλά το άλογο όρθωσε ξανά το ανάστημά του και όρμησε εναντίον του. (Μαίρη Κόντζογλου, Μια προσευχή για τα Παλιά Ασήμια, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)
- +γενικήσυνώνυμο του ενάντια Βικιλεξικό
- Είναι πνεύμα αντιλογίας. Είναι συνεχώς εναντίον.
- παρωχημένοαπέναντι, αντίκρυ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εναντίον < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐναντίον (ενώπιον), επιρρηματικός τύπος < επίθετο ἐνάντιος (ενάντιος)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →