Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εναντιοδρομώ

ρήμα
•
  1. τρέχω προς την αντίθετη κατεύθυνση Βικιλεξικό
  2. ναυτικός όροςπλέω προς την αντίθετη κατεύθυνση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εναντιοδρομώ < ελληνιστική κοινή ἐναντιοδρομέω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεναντιοδρομώεναντιοδρομείςεναντιοδρομείεναντιοδρομούμεεναντιοδρομείτεεναντιοδρομούν / εναντιοδρομούνε
Παρατατικόςεναντιοδρομούσαεναντιοδρομούσεςεναντιοδρομούσεεναντιοδρομούσαμεεναντιοδρομούσατεεναντιοδρομούσαν / εναντιοδρομούσανε
Αόριστοςεναντιοδρόμησαεναντιοδρόμησεςεναντιοδρόμησεεναντιοδρομήσαμεεναντιοδρομήσατεεναντιοδρομήσαν / εναντιοδρομήσανε / εναντιοδρόμησαν
Μέλλονταςθα εναντιοδρομήσω / θα εναντιοδρομώθα εναντιοδρομήσεις / θα εναντιοδρομείςθα εναντιοδρομήσει / θα εναντιοδρομείθα εναντιοδρομήσουμε / θα εναντιοδρομούμεθα εναντιοδρομήσετε / θα εναντιοδρομείτεθα εναντιοδρομήσουν / θα εναντιοδρομήσουνε / θα εναντιοδρομούν / θα εναντιοδρομούνε
Παρακείμενοςέχω εναντιοδρομήσειέχεις εναντιοδρομήσειέχει εναντιοδρομήσειέχουμε εναντιοδρομήσειέχετε εναντιοδρομήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα εναντιοδρομήσειείχες εναντιοδρομήσειείχε εναντιοδρομήσειείχαμε εναντιοδρομήσει——
Υποτακτικήνα έχω εναντιοδρομήσει / να εναντιοδρομήσω / να εναντιοδρομώνα έχεις εναντιοδρομήσει / να εναντιοδρομήσεις / να εναντιοδρομείςνα έχει εναντιοδρομήσει / να εναντιοδρομήσει / να εναντιοδρομείνα έχουμε εναντιοδρομήσει / να εναντιοδρομήσουμε / να εναντιοδρομούμενα έχετε εναντιοδρομήσει / να εναντιοδρομήσετε / να εναντιοδρομείτενα εναντιοδρομήσουν / να εναντιοδρομήσουνε / να εναντιοδρομούν / να εναντιοδρομούνε
Προστακτική—εναντιοδρόμει / εναντιοδρόμησε——εναντιοδρομήστε / εναντιοδρομείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →