εναντιοδρομώ
•
- τρέχω προς την αντίθετη κατεύθυνση Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςπλέω προς την αντίθετη κατεύθυνση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εναντιοδρομώ < ελληνιστική κοινή ἐναντιοδρομέω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εναντιοδρομώ | εναντιοδρομείς | εναντιοδρομεί | εναντιοδρομούμε | εναντιοδρομείτε | εναντιοδρομούν / εναντιοδρομούνε |
| Παρατατικός | εναντιοδρομούσα | εναντιοδρομούσες | εναντιοδρομούσε | εναντιοδρομούσαμε | εναντιοδρομούσατε | εναντιοδρομούσαν / εναντιοδρομούσανε |
| Αόριστος | εναντιοδρόμησα | εναντιοδρόμησες | εναντιοδρόμησε | εναντιοδρομήσαμε | εναντιοδρομήσατε | εναντιοδρομήσαν / εναντιοδρομήσανε / εναντιοδρόμησαν |
| Μέλλοντας | θα εναντιοδρομήσω / θα εναντιοδρομώ | θα εναντιοδρομήσεις / θα εναντιοδρομείς | θα εναντιοδρομήσει / θα εναντιοδρομεί | θα εναντιοδρομήσουμε / θα εναντιοδρομούμε | θα εναντιοδρομήσετε / θα εναντιοδρομείτε | θα εναντιοδρομήσουν / θα εναντιοδρομήσουνε / θα εναντιοδρομούν / θα εναντιοδρομούνε |
| Παρακείμενος | έχω εναντιοδρομήσει | έχεις εναντιοδρομήσει | έχει εναντιοδρομήσει | έχουμε εναντιοδρομήσει | έχετε εναντιοδρομήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εναντιοδρομήσει | είχες εναντιοδρομήσει | είχε εναντιοδρομήσει | είχαμε εναντιοδρομήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εναντιοδρομήσει / να εναντιοδρομήσω / να εναντιοδρομώ | να έχεις εναντιοδρομήσει / να εναντιοδρομήσεις / να εναντιοδρομείς | να έχει εναντιοδρομήσει / να εναντιοδρομήσει / να εναντιοδρομεί | να έχουμε εναντιοδρομήσει / να εναντιοδρομήσουμε / να εναντιοδρομούμε | να έχετε εναντιοδρομήσει / να εναντιοδρομήσετε / να εναντιοδρομείτε | να εναντιοδρομήσουν / να εναντιοδρομήσουνε / να εναντιοδρομούν / να εναντιοδρομούνε |
| Προστακτική | — | εναντιοδρόμει / εναντιοδρόμησε | — | — | εναντιοδρομήστε / εναντιοδρομείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →