Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εναντιολογώ

ρήμα
•
  1. εκφράζω εναντιολογίες / αντιρρήσεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εναντιολογώ < αρχαία ελληνική ἐναντιολογέω / ἐναντιολογῶ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεναντιολογώεναντιολογείςεναντιολογείεναντιολογούμεεναντιολογείτεεναντιολογούν / εναντιολογούνε
Παρατατικόςεναντιολογούσαεναντιολογούσεςεναντιολογούσεεναντιολογούσαμεεναντιολογούσατεεναντιολογούσαν / εναντιολογούσανε
Αόριστοςεναντιολόγησαεναντιολόγησεςεναντιολόγησεεναντιολογήσαμεεναντιολογήσατεεναντιολογήσαν / εναντιολογήσανε / εναντιολόγησαν
Μέλλονταςθα εναντιολογήσω / θα εναντιολογώθα εναντιολογήσεις / θα εναντιολογείςθα εναντιολογήσει / θα εναντιολογείθα εναντιολογήσουμε / θα εναντιολογούμεθα εναντιολογήσετε / θα εναντιολογείτεθα εναντιολογήσουν / θα εναντιολογήσουνε / θα εναντιολογούν / θα εναντιολογούνε
Παρακείμενοςέχω εναντιολογήσειέχεις εναντιολογήσειέχει εναντιολογήσειέχουμε εναντιολογήσειέχετε εναντιολογήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα εναντιολογήσειείχες εναντιολογήσειείχε εναντιολογήσειείχαμε εναντιολογήσει——
Υποτακτικήνα έχω εναντιολογήσει / να εναντιολογήσω / να εναντιολογώνα έχεις εναντιολογήσει / να εναντιολογήσεις / να εναντιολογείςνα έχει εναντιολογήσει / να εναντιολογήσει / να εναντιολογείνα έχουμε εναντιολογήσει / να εναντιολογήσουμε / να εναντιολογούμενα έχετε εναντιολογήσει / να εναντιολογήσετε / να εναντιολογείτενα εναντιολογήσουν / να εναντιολογήσουνε / να εναντιολογούν / να εναντιολογούνε
Προστακτική—εναντιολόγει / εναντιολόγησε——εναντιολογήστε / εναντιολογείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →