εναντιολογώ
•
- εκφράζω εναντιολογίες / αντιρρήσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εναντιολογώ < αρχαία ελληνική ἐναντιολογέω / ἐναντιολογῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εναντιολογώ | εναντιολογείς | εναντιολογεί | εναντιολογούμε | εναντιολογείτε | εναντιολογούν / εναντιολογούνε |
| Παρατατικός | εναντιολογούσα | εναντιολογούσες | εναντιολογούσε | εναντιολογούσαμε | εναντιολογούσατε | εναντιολογούσαν / εναντιολογούσανε |
| Αόριστος | εναντιολόγησα | εναντιολόγησες | εναντιολόγησε | εναντιολογήσαμε | εναντιολογήσατε | εναντιολογήσαν / εναντιολογήσανε / εναντιολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα εναντιολογήσω / θα εναντιολογώ | θα εναντιολογήσεις / θα εναντιολογείς | θα εναντιολογήσει / θα εναντιολογεί | θα εναντιολογήσουμε / θα εναντιολογούμε | θα εναντιολογήσετε / θα εναντιολογείτε | θα εναντιολογήσουν / θα εναντιολογήσουνε / θα εναντιολογούν / θα εναντιολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω εναντιολογήσει | έχεις εναντιολογήσει | έχει εναντιολογήσει | έχουμε εναντιολογήσει | έχετε εναντιολογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εναντιολογήσει | είχες εναντιολογήσει | είχε εναντιολογήσει | είχαμε εναντιολογήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εναντιολογήσει / να εναντιολογήσω / να εναντιολογώ | να έχεις εναντιολογήσει / να εναντιολογήσεις / να εναντιολογείς | να έχει εναντιολογήσει / να εναντιολογήσει / να εναντιολογεί | να έχουμε εναντιολογήσει / να εναντιολογήσουμε / να εναντιολογούμε | να έχετε εναντιολογήσει / να εναντιολογήσετε / να εναντιολογείτε | να εναντιολογήσουν / να εναντιολογήσουνε / να εναντιολογούν / να εναντιολογούνε |
| Προστακτική | — | εναντιολόγει / εναντιολόγησε | — | — | εναντιολογήστε / εναντιολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →