Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εναπόθεση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εναποθέτω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εναπόθεση < ελληνιστική κοινή ἐναπόθεσις < ἐναποτίθημι < αρχαία ελληνική ἐν + ἀποτίθημι < ἀπό + τίθημι. Μορφολογικά αναλύεται σε εν- + απόθεση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεναπόθεσηεναποθέσεις
Γενικήεναπόθεσηςεναποθέσεων
Αιτιατικήεναπόθεσηεναποθέσεις
Κλητικήεναπόθεσηεναποθέσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →