εναργής
•
- που φαίνεται με ευκρίνεια και διαύγεια Βικιλεξικό
- Όλ’ αυτά ήρθαν στη μνήμη μου ζωντανά, εναργή, σα να ήσαν μόλις χτεσινά. (Μ. Καραγάτσης, Ο κίτρινος φάκελος)
- μεταφορικάπου μπορεί εύκολα να κατανοηθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εναργής < αρχαία ελληνική ἐναργής < ἐν- + -αργής (< ἀργός = αστραφτερός / λευκός)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εναργής | εναργής | εναργές |
| Γενική | εναργούς | εναργούς | εναργούς |
| Αιτιατική | εναργή | εναργή | εναργές |
| Κλητική | εναργή / εναργής | εναργής | εναργές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εναργείς | εναργείς | εναργή |
| Γενική | εναργών | εναργών | εναργών |
| Αιτιατική | εναργείς | εναργείς | εναργή |
| Κλητική | εναργείς | εναργείς | εναργή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →