Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εναργής

/e.naɾˈʝis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που φαίνεται με ευκρίνεια και διαύγεια Βικιλεξικό
    • Όλ’ αυτά ήρθαν στη μνήμη μου ζωντανά, εναργή, σα να ήσαν μόλις χτεσινά. (Μ. Καραγάτσης, Ο κίτρινος φάκελος)
  2. μεταφορικάπου μπορεί εύκολα να κατανοηθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εναργής < αρχαία ελληνική ἐναργής < ἐν- + -αργής (< ἀργός = αστραφτερός / λευκός)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεναργήςεναργήςεναργές
Γενικήεναργούςεναργούςεναργούς
Αιτιατικήεναργήεναργήεναργές
Κλητικήεναργή / εναργήςεναργήςεναργές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεναργείςεναργείςεναργή
Γενικήεναργώνεναργώνεναργών
Αιτιατικήεναργείςεναργείςεναργή
Κλητικήεναργείςεναργείςεναργή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →