εναρμονίζω
•
- κάνω κάτι να είναι αρμονικό και ταιριαστό σε σχέση με κάτι άλλο Βικιλεξικό
- μουσικήπροσαρμόζω σε μουσική αρμονία κάποια μελωδία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εναρμονίζω < εναρμόνιος + -ίζω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική harmoniser)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εναρμονίζω | εναρμονίζεις | εναρμονίζει | εναρμονίζουμε | εναρμονίζετε | εναρμονίζουν / εναρμονίζουνε |
| Παρατατικός | εναρμόνιζα | εναρμόνιζες | εναρμόνιζε | εναρμονίζαμε | εναρμονίζατε | εναρμονίζαν / εναρμονίζανε / εναρμόνιζαν |
| Αόριστος | εναρμόνισα | εναρμόνισες | εναρμόνισε | εναρμονίσαμε | εναρμονίσατε | εναρμονίσαν / εναρμονίσανε / εναρμόνισαν |
| Μέλλοντας | θα εναρμονίζω / θα εναρμονίσω | θα εναρμονίζεις / θα εναρμονίσεις | θα εναρμονίζει / θα εναρμονίσει | θα εναρμονίζουμε / θα εναρμονίσουμε | θα εναρμονίζετε / θα εναρμονίσετε | θα εναρμονίζουν / θα εναρμονίζουνε / θα εναρμονίσουν / θα εναρμονίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εναρμονίσει | έχεις εναρμονίσει | έχει εναρμονίσει | έχουμε εναρμονίσει | έχετε εναρμονίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εναρμονίσει | είχες εναρμονίσει | είχε εναρμονίσει | είχαμε εναρμονίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εναρμονίσει / να εναρμονίζω / να εναρμονίσω | να έχεις εναρμονίσει / να εναρμονίζεις / να εναρμονίσεις | να έχει εναρμονίσει / να εναρμονίζει / να εναρμονίσει | να έχουμε εναρμονίσει / να εναρμονίζουμε / να εναρμονίσουμε | να έχετε εναρμονίσει / να εναρμονίζετε / να εναρμονίσετε | να εναρμονίζουν / να εναρμονίζουνε / να εναρμονίσουν / να εναρμονίσουνε |
| Προστακτική | — | εναρμόνιζε / εναρμόνισε | — | — | εναρμονίζετε / εναρμονίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →