ενασκούμενος
•
- που ενασκείται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενασκούμενος: μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ενασκώ < ελληνιστική κοινή ἐνασκέω < ἐν + αρχαία ελληνική ἀσκέω
Άλλοι τύποι
ενασκούμεναενασκούμενεενασκούμενεςενασκούμενηενασκούμενη / ενασκουμένηενασκούμενηςενασκούμενοενασκούμενοιενασκούμενοςενασκούμενουενασκούμενουςενασκούμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →