ενασμενίζομαι
•
- αρχαιοπρεπέςκαμαρώνω για κάτι χωρίς λόγο ή που δεν πρέπει Βικιλεξικό
- Ενασμενίζεται για το συγγραφικό του ταλέντο, αλλά δεν έχει εκδοθεί κανένα έργο του.
- αρχαιοπρεπέςχαίρομαι, μου αρέσει Βικιλεξικό
- Ενασμενίζεται να πολιτικολογεί.
Ετυμολογία
ενασμενίζομαι < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐνασμενίζομαι, παθητική φωνή του ρήματος ἐνασμενίζω < ἐν- + ἀσμενίζω < αρχαία ελληνική ἄσμενος (χαρούμενος)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ενασμενίζομαι | ενασμενίζεσαι | ενασμενίζεται | ενασμενιζόμαστε | ενασμενίζεστε | ενασμενίζονται |
| Παρατατικός | ενασμενιζόμουν / ενασμενιζόμουνα | ενασμενιζόσουν / ενασμενιζόσουνα | ενασμενιζόταν / ενασμενιζότανε | ενασμενιζόμασταν / ενασμενιζόμαστε | ενασμενιζόσασταν / ενασμενιζόσαστε | ενασμενίζονταν / ενασμενιζόντουσαν |
| Αόριστος | ενασμενίστηκα | ενασμενίστηκες | ενασμενίστηκε | ενασμενιστήκαμε | ενασμενιστήκατε | ενασμενίστηκαν / ενασμενιστήκαν / ενασμενιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα ενασμενίζομαι / θα ενασμενιστώ | θα ενασμενίζεσαι / θα ενασμενιστείς | θα ενασμενίζεται / θα ενασμενιστεί | θα ενασμενιζόμαστε / θα ενασμενιστούμε | θα ενασμενίζεστε / θα ενασμενιστείτε | θα ενασμενίζονται / θα ενασμενιστούν / θα ενασμενιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω ενασμενιστεί | έχεις ενασμενιστεί | έχει ενασμενιστεί | έχουμε ενασμενιστεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ενασμενιστεί | είχες ενασμενιστεί | είχε ενασμενιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ενασμενιστεί / να ενασμενίζομαι / να ενασμενιστώ | να έχεις ενασμενιστεί / να ενασμενίζεσαι / να ενασμενιστείς | να έχει ενασμενιστεί / να ενασμενίζεται / να ενασμενιστεί | να έχουμε ενασμενιστεί / να ενασμενιζόμαστε / να ενασμενιστούμε | να ενασμενίζεστε / να ενασμενιστείτε | να ενασμενίζονται / να ενασμενιστούν / να ενασμενιστούνε |
| Προστακτική | — | ενασμενίσου | — | — | ενασμενίζεστε / ενασμενιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →