Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενασμενίζομαι

/e.na.zmeˈni.zo.me/ρήμα
•
  1. αρχαιοπρεπέςκαμαρώνω για κάτι χωρίς λόγο ή που δεν πρέπει Βικιλεξικό
    • Ενασμενίζεται για το συγγραφικό του ταλέντο, αλλά δεν έχει εκδοθεί κανένα έργο του.
  2. αρχαιοπρεπέςχαίρομαι, μου αρέσει Βικιλεξικό
    • Ενασμενίζεται να πολιτικολογεί.

Ετυμολογία

ενασμενίζομαι < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐνασμενίζομαι, παθητική φωνή του ρήματος ἐνασμενίζω < ἐν- + ἀσμενίζω < αρχαία ελληνική ἄσμενος (χαρούμενος)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςενασμενίζομαιενασμενίζεσαιενασμενίζεταιενασμενιζόμαστεενασμενίζεστεενασμενίζονται
Παρατατικόςενασμενιζόμουν / ενασμενιζόμουναενασμενιζόσουν / ενασμενιζόσουναενασμενιζόταν / ενασμενιζότανεενασμενιζόμασταν / ενασμενιζόμαστεενασμενιζόσασταν / ενασμενιζόσαστεενασμενίζονταν / ενασμενιζόντουσαν
Αόριστοςενασμενίστηκαενασμενίστηκεςενασμενίστηκεενασμενιστήκαμεενασμενιστήκατεενασμενίστηκαν / ενασμενιστήκαν / ενασμενιστήκανε
Μέλλονταςθα ενασμενίζομαι / θα ενασμενιστώθα ενασμενίζεσαι / θα ενασμενιστείςθα ενασμενίζεται / θα ενασμενιστείθα ενασμενιζόμαστε / θα ενασμενιστούμεθα ενασμενίζεστε / θα ενασμενιστείτεθα ενασμενίζονται / θα ενασμενιστούν / θα ενασμενιστούνε
Παρακείμενοςέχω ενασμενιστείέχεις ενασμενιστείέχει ενασμενιστείέχουμε ενασμενιστεί——
Υπερσυντέλικοςείχα ενασμενιστείείχες ενασμενιστείείχε ενασμενιστεί———
Υποτακτικήνα έχω ενασμενιστεί / να ενασμενίζομαι / να ενασμενιστώνα έχεις ενασμενιστεί / να ενασμενίζεσαι / να ενασμενιστείςνα έχει ενασμενιστεί / να ενασμενίζεται / να ενασμενιστείνα έχουμε ενασμενιστεί / να ενασμενιζόμαστε / να ενασμενιστούμενα ενασμενίζεστε / να ενασμενιστείτενα ενασμενίζονται / να ενασμενιστούν / να ενασμενιστούνε
Προστακτική—ενασμενίσου——ενασμενίζεστε / ενασμενιστείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →