Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενασχόληση

/e.naˈsxo.li.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ενασχολούμαι Βικιλεξικό
    • Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει πάντα η ενασχόληση των παιδιών με θέματα διακειμενικότητας, η οποία πολλές φορές υποβοηθείται από ερωτήσεις του τύπου «αυτό το βιβλίο / πρόσωπο σας θυμίζει έντονα κάποιο άλλο; (Αγγελική Γιαννικοπούλου, Το εικονογραφημένο βιβλίο στην προσχολική εκπαίδευση, εκδ. Πατάκης, 2016, σελ. 1986)

Ετυμολογία

ενασχόληση < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἐνασχόλη(σις) + -ση < ελληνιστική κοινή ἐνασχολέομαι / ἐνασχολοῦμαι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήενασχόλησηενασχολήσεις
Γενικήενασχόλησηςενασχολήσεων
Αιτιατικήενασχόλησηενασχολήσεις
Κλητικήενασχόλησηενασχολήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →