Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενατένιση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ενατενίζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενατένιση < ελληνιστική κοινή ἐνατένισις < ἐνατενίζω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήενατένισηενατενίσεις
Γενικήενατένισηςενατενίσεων
Αιτιατικήενατένισηενατενίσεις
Κλητικήενατένισηενατενίσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →