Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εναύλιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου έχει σχέση με την αυλή, βρίσκεται ή οδηγεί σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εναύλιος < ελληνιστική κοινή ἐναύλιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεναύλιοςεναύλιαεναύλιο
Γενικήεναύλιουεναύλιαςεναύλιου
Αιτιατικήεναύλιοεναύλιαεναύλιο
Κλητικήεναύλιεεναύλιαεναύλιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεναύλιοιεναύλιεςεναύλια
Γενικήεναύλιωνεναύλιωνεναύλιων
Αιτιατικήεναύλιουςεναύλιεςεναύλια
Κλητικήεναύλιοιεναύλιεςεναύλια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →