Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενδίδω

ρήμα
•
  1. υποχωρώ Βικιλεξικό
  2. υποκύπτω Βικιλεξικό
    • 20ός/21ος αιώνας ⌘ Λένα Διβάνη, 1955‑ Ζευγάρια που έγραψαν την ιστορία της Ελλάδας, εκδόσεις: Πατάκη, Αθήνα 2023, 13η έκδοση. ISBN 978-960-16-8603-5, (αρχική έκδοση 2019).
    • Και υπάρχουν άλλες στιγμές ανάπαυλας, για να φτάσουμε σε μια ανελέητη μικροσκόπηση μιας σπουδής, όπως, π.χ., όταν η Ηλέκτρα ενδίδει φαινομενικά στην επιθυμία ενός στρατιώτη να τη βιάσει), και τον αναγκάζει, μέσα σ' ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, να γδυθεί μπροστά στα μάτια της (και της κάμερας), (Ειρήνη Σταθή, Αχιλλέας Κυριακίδης, Θόδωρος Αγγελόπουλος, εκδ. Καστανιώτη, 2000, σελ. 95)
  3. μεσαιωνική ελληνικήδιατάζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενδίδω < αρχαία ελληνική ἐνδίδωμι < ἐν + δίδωμι

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςενδίδωενδίδειςενδίδειενδίδουμεενδίδετεενδίδουν / ενδίδουνε
Παρατατικόςενέδιδαενέδιδεςενέδιδεενδίδαμεενδίδατεενέδιδαν / ενδίδαν / ενδίδανε
Αόριστοςενέδωσαενέδωσεςενέδωσεενδώσαμεενδώσατεενέδωσαν / ενδώσαν / ενδώσανε
Μέλλονταςθα ενδίδω / θα ενδώσωθα ενδίδεις / θα ενδώσειςθα ενδίδει / θα ενδώσειθα ενδίδουμε / θα ενδώσουμεθα ενδίδετε / θα ενδώσετεθα ενδίδουν / θα ενδίδουνε / θα ενδώσουν / θα ενδώσουνε
Παρακείμενοςέχω ενδώσειέχεις ενδώσειέχει ενδώσειέχουμε ενδώσειέχετε ενδώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ενδώσειείχες ενδώσειείχε ενδώσειείχαμε ενδώσει——
Υποτακτικήνα έχω ενδώσει / να ενδίδω / να ενδώσωνα έχεις ενδώσει / να ενδίδεις / να ενδώσειςνα έχει ενδώσει / να ενδίδει / να ενδώσεινα έχουμε ενδώσει / να ενδίδουμε / να ενδώσουμενα έχετε ενδώσει / να ενδίδετε / να ενδώσετενα ενδίδουν / να ενδίδουνε / να ενδώσουν / να ενδώσουνε
Προστακτική————ενδίδετε / ενδώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →