Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενδαυλικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ανατομίαπου βρίσκεται μέσα σ’ έναν αυλό, σε μια κοιλότητα ή σωληνοειδές όργανο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενδαυλικός < ενδ(ο)- + αυλ(ός) + -ικός (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική endoluminal

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενδαυλικόςενδαυλικήενδαυλικό
Γενικήενδαυλικούενδαυλικήςενδαυλικού
Αιτιατικήενδαυλικόενδαυλικήενδαυλικό
Κλητικήενδαυλικέενδαυλικήενδαυλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενδαυλικοίενδαυλικέςενδαυλικά
Γενικήενδαυλικώνενδαυλικώνενδαυλικών
Αιτιατικήενδαυλικούςενδαυλικέςενδαυλικά
Κλητικήενδαυλικοίενδαυλικέςενδαυλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →