ενδαυλικός
•
- ανατομίαπου βρίσκεται μέσα σ’ έναν αυλό, σε μια κοιλότητα ή σωληνοειδές όργανο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενδαυλικός < ενδ(ο)- + αυλ(ός) + -ικός (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική endoluminal
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδαυλικός | ενδαυλική | ενδαυλικό |
| Γενική | ενδαυλικού | ενδαυλικής | ενδαυλικού |
| Αιτιατική | ενδαυλικό | ενδαυλική | ενδαυλικό |
| Κλητική | ενδαυλικέ | ενδαυλική | ενδαυλικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδαυλικοί | ενδαυλικές | ενδαυλικά |
| Γενική | ενδαυλικών | ενδαυλικών | ενδαυλικών |
| Αιτιατική | ενδαυλικούς | ενδαυλικές | ενδαυλικά |
| Κλητική | ενδαυλικοί | ενδαυλικές | ενδαυλικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →