ενδείκτης
•
- συσκευή ή όργανο που προβάλλει ενδείξεις Βικιλεξικό
- γλωσσολογίαλέξη ή πολυλεκτικός όρος που αποσαφηνίζει την πορεία της σκέψης ή συμβάλλει στην οργάνωση του κειμένου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενδείκτης < ελληνιστική κοινή ἐνδείκτης < αρχαία ελληνική ἐνδείκνυμι < δείκνυμι ((σημασιολογικό δάνειο) αγγλική marker / pointer)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδείκτης | ενδείκτες |
| Γενική | ενδείκτη | ενδεικτών |
| Αιτιατική | ενδείκτη | ενδείκτες |
| Κλητική | ενδείκτη | ενδείκτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →