Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενδεικτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μας δίνει ενδείξεις, που υποδεικνύει κάτι Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοενδεικτικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενδεικτικός < ελληνιστική κοινή ἐνδεικτικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενδεικτικόςενδεικτικήενδεικτικό
Γενικήενδεικτικούενδεικτικήςενδεικτικού
Αιτιατικήενδεικτικόενδεικτικήενδεικτικό
Κλητικήενδεικτικέενδεικτικήενδεικτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενδεικτικοίενδεικτικέςενδεικτικά
Γενικήενδεικτικώνενδεικτικώνενδεικτικών
Αιτιατικήενδεικτικούςενδεικτικέςενδεικτικά
Κλητικήενδεικτικοίενδεικτικέςενδεικτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →