ενδεκάδα
•
- σύνολο, υποσύνολο ή ενότητα ένδεκα μονάδων (προσώπων, πραγμάτων ή συναφών εννοιών) Βικιλεξικό
- ποδοσφαιρική ομάδα (επειδή έχει έντεκα παίκτες) Βικιλεξικό
- Ο παίκτης που είχε μετατραπεί σε αποδιοπομπαίο τράγο για τους οπαδούς της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και της Εθνικής Αγγλίας και αποδοκιμαζόταν ακόμα κι αν έκαναν λάθη οι συμπαίκτες του, η ασχημόφατσα που δεν ήθελε να βλέπει κανείς στην ενδεκάδα, έγινε ξανά ήρωας. (Φάνηκε στο… χειροκρότημα, ΤΑ ΝΕΑ, 26/10/2023 https://www.tanea.gr/print/2023/10/26/sports/fanike-sto-crxeirokrotima/)
Ετυμολογία
ενδεκάδα < ένδεκα + -άδα, (< αρχαία ελληνική: -άς -άδος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδεκάδα | ενδεκάδες |
| Γενική | ενδεκάδας | ενδεκάδων |
| Αιτιατική | ενδεκάδα | ενδεκάδες |
| Κλητική | ενδεκάδα | ενδεκάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →