ενδελέχεια
•
- η συνέχεια, η διάρκεια Βικιλεξικό
- η συνεχής και αδιάλειπτη φροντίδα ή επιμέλεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενδελέχεια < αρχαία ελληνική ἐνδελέχεια < ἐνδελεχής < ἐν + δολιχός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδελέχεια | ενδελέχειες |
| Γενική | ενδελέχειας | ενδελεχειών |
| Αιτιατική | ενδελέχεια | ενδελέχειες |
| Κλητική | ενδελέχεια | ενδελέχειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →