Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενδεχόμενος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που ενδέχεται να συμβεί Βικιλεξικό
    • Όχι μονάχα είναι οι πιο δημοφιλείς ονειροκρίτες, αλλά και οι πιο εχέγγυοι για την πραγμάτωση του ονείρου. Οι διαφημίσεις το μαρτυρούν. Ποιός θ' αγόραζε ποτέ ένα αντιηλιακό λάδι αν στη θέση της εξωτικής Χαβανέζας είχε τον χημικό του τύπο και τις ενδεχόμενες καρκινογόνες ουσίες του χρωστικού; (Περικλής Κοροβέσης, Εμπορία ειδήσεων, εκδ. Γνώση, 1990, σελ. 162)
  2. ουσιαστικοποιημένοενδεχόμενο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενδεχόμενος < αρχαία ελληνική ἐνδεχόμενος, μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ἐνδέχομαι

Άλλοι τύποι

ενδεχόμεναενδεχόμενεενδεχόμενεςενδεχόμενηενδεχόμενηςενδεχόμενοενδεχόμενοιενδεχόμενοςενδεχόμενουενδεχόμενουςενδεχόμενων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →