ενδημικός
•
- ιατρική: για κάτι (αρρώστια ή άλλο παθολογικό φαινόμενο) που ενδημεί, τείνει να εμφανίζεται συχνά ή με κάποια μεγάλη διάρκεια σε ένα συγκεκριμένο τόπο Βικιλεξικό
- το AIDS είναι πια δυστυχώς ενδημική ασθένεια σε πολλές χώρες της Αφρικής
- βιολογία: (για την πανίδα και την χλωρίδα) είδος που συναντάται μόνο σε έναν συγκεκριμένο γεωγραφικό τόπο, π.χ. νησί. Βικιλεξικό
- παράδειγμα ενδημικού είδους από τον κόσμο των ζώων αποτελεί το γνωστό κρι-κρι, αγριοκάτσικο που συναντάμε μόνο στα ορεινά της Κρήτης (Capra aegagrus cretica).
- κάτι που παρουσιάζεται σε έναν τόπο, μέρος και είναι εγγενές με τον τόπο, μέρος αυτό Βικιλεξικό
- η αραβοϊσραηλινή αντιπαράθεση είναι, εκ πρώτης όψεως, ενδημικού χαρακτήρα με βαθύτερες προεκτάσεις σε όλην τη Μέση Ανατολή
Ετυμολογία
ενδημικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: (λόγιο δάνειο) γαλλική endémique < αρχαία ελληνική ἐν + δῆμος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδημικός | ενδημική | ενδημικό |
| Γενική | ενδημικού | ενδημικής | ενδημικού |
| Αιτιατική | ενδημικό | ενδημική | ενδημικό |
| Κλητική | ενδημικέ | ενδημική | ενδημικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδημικοί | ενδημικές | ενδημικά |
| Γενική | ενδημικών | ενδημικών | ενδημικών |
| Αιτιατική | ενδημικούς | ενδημικές | ενδημικά |
| Κλητική | ενδημικοί | ενδημικές | ενδημικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →