Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενδημοεπιδημικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με ενδημοεπιδημία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενδημοεπιδημικός < ενδημοεπιδημία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενδημοεπιδημικόςενδημοεπιδημικήενδημοεπιδημικό
Γενικήενδημοεπιδημικούενδημοεπιδημικήςενδημοεπιδημικού
Αιτιατικήενδημοεπιδημικόενδημοεπιδημικήενδημοεπιδημικό
Κλητικήενδημοεπιδημικέενδημοεπιδημικήενδημοεπιδημικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενδημοεπιδημικοίενδημοεπιδημικέςενδημοεπιδημικά
Γενικήενδημοεπιδημικώνενδημοεπιδημικώνενδημοεπιδημικών
Αιτιατικήενδημοεπιδημικούςενδημοεπιδημικέςενδημοεπιδημικά
Κλητικήενδημοεπιδημικοίενδημοεπιδημικέςενδημοεπιδημικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →