ενδημοεπιδημικός
•
- που έχει σχέση με ενδημοεπιδημία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενδημοεπιδημικός < ενδημοεπιδημία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδημοεπιδημικός | ενδημοεπιδημική | ενδημοεπιδημικό |
| Γενική | ενδημοεπιδημικού | ενδημοεπιδημικής | ενδημοεπιδημικού |
| Αιτιατική | ενδημοεπιδημικό | ενδημοεπιδημική | ενδημοεπιδημικό |
| Κλητική | ενδημοεπιδημικέ | ενδημοεπιδημική | ενδημοεπιδημικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδημοεπιδημικοί | ενδημοεπιδημικές | ενδημοεπιδημικά |
| Γενική | ενδημοεπιδημικών | ενδημοεπιδημικών | ενδημοεπιδημικών |
| Αιτιατική | ενδημοεπιδημικούς | ενδημοεπιδημικές | ενδημοεπιδημικά |
| Κλητική | ενδημοεπιδημικοί | ενδημοεπιδημικές | ενδημοεπιδημικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →