ενδιαίτηση
•
- λόγιοδιαμονή Βικιλεξικό
- λόγιοενδημικότητα / ενδημισμός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενδιαίτηση < ελληνιστική κοινή ἐνδιαίτησις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδιαίτηση | ενδιαιτήσεις |
| Γενική | ενδιαίτησης | ενδιαιτήσεων |
| Αιτιατική | ενδιαίτηση | ενδιαιτήσεις |
| Κλητική | ενδιαίτηση | ενδιαιτήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →