ενδιαμέσως
•
- λόγιοενδιάμεσα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενδιαμέσως < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐνδιαμέσως. Συγχρονικά αναλύεται σε ενδιάμεσ(ος) + -ως.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
ενδιαμέσως < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐνδιαμέσως. Συγχρονικά αναλύεται σε ενδιάμεσ(ος) + -ως.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →