ενδιαφέρον
•
- κάτι που ενδιαφέρει ή κάτι που αξίζει την ενασχόληση μ' αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενδιαφέρον < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο της μετοχής ενδιαφέρων (ενεργητικού ενεστώτα), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική interêt
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδιαφέρον | ενδιαφέροντα |
| Γενική | ενδιαφέροντος | ενδιαφερόντων |
| Αιτιατική | ενδιαφέρον | ενδιαφέροντα |
| Κλητική | ενδιαφέρον | ενδιαφέροντα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →