ενδιαφερόμενος
•
- ό.π. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενδιαφερόμενος: μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ενδιαφέρω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδιαφερόμενη / ενδιαφερόμενος / ενδιαφερόμενο | ενδιαφερόμενες / ενδιαφερόμενοι / ενδιαφερόμενα |
| Γενική | ενδιαφερόμενης / ενδιαφερόμενου / ενδιαφερόμενου | ενδιαφερόμενων / ενδιαφερόμενων / ενδιαφερόμενων |
| Αιτιατική | ενδιαφερόμενη / ενδιαφερόμενο / ενδιαφερόμενο | ενδιαφερόμενες / ενδιαφερόμενους / ενδιαφερόμενα |
| Κλητική | ενδιαφερόμενη / ενδιαφερόμενε / ενδιαφερόμενο | ενδιαφερόμενες / ενδιαφερόμενοι / ενδιαφερόμενα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →