Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενδιαφερόμενος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ό.π. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενδιαφερόμενος: μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ενδιαφέρω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήενδιαφερόμενη / ενδιαφερόμενος / ενδιαφερόμενοενδιαφερόμενες / ενδιαφερόμενοι / ενδιαφερόμενα
Γενικήενδιαφερόμενης / ενδιαφερόμενου / ενδιαφερόμενουενδιαφερόμενων / ενδιαφερόμενων / ενδιαφερόμενων
Αιτιατικήενδιαφερόμενη / ενδιαφερόμενο / ενδιαφερόμενοενδιαφερόμενες / ενδιαφερόμενους / ενδιαφερόμενα
Κλητικήενδιαφερόμενη / ενδιαφερόμενε / ενδιαφερόμενοενδιαφερόμενες / ενδιαφερόμενοι / ενδιαφερόμενα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ενδιαφερόμενος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που ενδιαφέρεται, που επιθυμεί κάτι ή τον συμφέρει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενδιαφερόμενος: μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ενδιαφέρω

Άλλοι τύποι

ενδιαφερόμεναενδιαφερόμενεενδιαφερόμενεςενδιαφερόμενηενδιαφερόμενηςενδιαφερόμενοενδιαφερόμενοιενδιαφερόμενοςενδιαφερόμενουενδιαφερόμενουςενδιαφερόμενων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →