ενδοέκκριση
•
- η έκκριση ουσιών που εισέρχονται στο αίμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενδοέκκριση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐνδοέκκρι(σις) + -ση (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική sécrétion endocrine). Μορφολογικά αναλύεται σε ενδο- + έκκριση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδοέκκριση | ενδοεκκρίσεις |
| Γενική | ενδοέκκρισης | ενδοεκκρίσεων |
| Αιτιατική | ενδοέκκριση | ενδοεκκρίσεις |
| Κλητική | ενδοέκκριση | ενδοεκκρίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →