Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενδοέκκριση

/en.ðoˈe.kɾi.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η έκκριση ουσιών που εισέρχονται στο αίμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενδοέκκριση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐνδοέκκρι(σις) + -ση (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική sécrétion endocrine). Μορφολογικά αναλύεται σε ενδο- + έκκριση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήενδοέκκρισηενδοεκκρίσεις
Γενικήενδοέκκρισηςενδοεκκρίσεων
Αιτιατικήενδοέκκρισηενδοεκκρίσεις
Κλητικήενδοέκκρισηενδοεκκρίσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →