Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενδοατομικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που βρίσκεται ή λαμβάνει χώρα στο εσωτερικό ενός ατόμου, δηλαδή ανάμεσα στα επιμέρους συστατικά του Βικιλεξικό
  2. ψυχολογίαπου αφορά διεργασίες ή διαφορές μέσα στο ίδιο το άτομο (π.χ. γνωστικές, συναισθηματικές), όχι μεταξύ διαφορετικών ατόμων Βικιλεξικό
  3. χημείαπου σχετίζεται με αποστάσεις, δυνάμεις ή αλληλεπιδράσεις στο εσωτερικό του ατόμου, μεταξύ των υποατομικών σωματιδίων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενδοατομικός < ενδο- + ατομικός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική intraatomic)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενδοατομικόςενδοατομικήενδοατομικό
Γενικήενδοατομικούενδοατομικήςενδοατομικού
Αιτιατικήενδοατομικόενδοατομικήενδοατομικό
Κλητικήενδοατομικέενδοατομικήενδοατομικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενδοατομικοίενδοατομικέςενδοατομικά
Γενικήενδοατομικώνενδοατομικώνενδοατομικών
Αιτιατικήενδοατομικούςενδοατομικέςενδοατομικά
Κλητικήενδοατομικοίενδοατομικέςενδοατομικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →