ενδοατομικός
•
- που βρίσκεται ή λαμβάνει χώρα στο εσωτερικό ενός ατόμου, δηλαδή ανάμεσα στα επιμέρους συστατικά του Βικιλεξικό
- ψυχολογίαπου αφορά διεργασίες ή διαφορές μέσα στο ίδιο το άτομο (π.χ. γνωστικές, συναισθηματικές), όχι μεταξύ διαφορετικών ατόμων Βικιλεξικό
- χημείαπου σχετίζεται με αποστάσεις, δυνάμεις ή αλληλεπιδράσεις στο εσωτερικό του ατόμου, μεταξύ των υποατομικών σωματιδίων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενδοατομικός < ενδο- + ατομικός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική intraatomic)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδοατομικός | ενδοατομική | ενδοατομικό |
| Γενική | ενδοατομικού | ενδοατομικής | ενδοατομικού |
| Αιτιατική | ενδοατομικό | ενδοατομική | ενδοατομικό |
| Κλητική | ενδοατομικέ | ενδοατομική | ενδοατομικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδοατομικοί | ενδοατομικές | ενδοατομικά |
| Γενική | ενδοατομικών | ενδοατομικών | ενδοατομικών |
| Αιτιατική | ενδοατομικούς | ενδοατομικές | ενδοατομικά |
| Κλητική | ενδοατομικοί | ενδοατομικές | ενδοατομικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →