Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενδοβένθος

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η ενδοπανίδα σε υδρόβιο περιβάλλον, οι οργανισμοί που επιβιώνουν στα ανώτερα στρώματα ενός ιζήματος λίγο πιο κάτω από την επιφάνεια του πυθμένα, αλλά πάντως μέσα στον πυθμένα, σε αντιδιαστολή προς εκείνους που επιβιώνουν πάνω στην επιφάνειά του π.χ. έρποντας (επιβένθος) ή ακριβώς από πάνω από το βυθό (υπερβένθος) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενδοβένθος < ένδον και βένθος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →