ενδογενεακός
•
- που έχει σχέση με μια γενιά, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβαίνει στο εσωτερικό της Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενδογενεακός < ενδο- + γενεακός < γενεά
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδογενεακός | ενδογενεακή | ενδογενεακό |
| Γενική | ενδογενεακού | ενδογενεακής | ενδογενεακού |
| Αιτιατική | ενδογενεακό | ενδογενεακή | ενδογενεακό |
| Κλητική | ενδογενεακέ | ενδογενεακή | ενδογενεακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδογενεακοί | ενδογενεακές | ενδογενεακά |
| Γενική | ενδογενεακών | ενδογενεακών | ενδογενεακών |
| Αιτιατική | ενδογενεακούς | ενδογενεακές | ενδογενεακά |
| Κλητική | ενδογενεακοί | ενδογενεακές | ενδογενεακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →