Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενδογενεακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με μια γενιά, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβαίνει στο εσωτερικό της Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενδογενεακός < ενδο- + γενεακός < γενεά

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενδογενεακόςενδογενεακήενδογενεακό
Γενικήενδογενεακούενδογενεακήςενδογενεακού
Αιτιατικήενδογενεακόενδογενεακήενδογενεακό
Κλητικήενδογενεακέενδογενεακήενδογενεακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενδογενεακοίενδογενεακέςενδογενεακά
Γενικήενδογενεακώνενδογενεακώνενδογενεακών
Αιτιατικήενδογενεακούςενδογενεακέςενδογενεακά
Κλητικήενδογενεακοίενδογενεακέςενδογενεακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →