Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενδοδημοτικός

/en.ðo.ði.mo.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που γίνεται ή βρίσκεται μέσα στα όρια ενός δήμου, που αφορά το εσωτερικό ενός δήμου Βικιλεξικό
    • Όπως τονίστηκε το ενδοδημοτικό δίκτυο σε πολλούς δήμους της χώρας παρουσιάζει εικόνα εγκατάλειψης, καθώς οι υπάρχοντες χρηματικοί πόροι των δήμων δεν επαρκούν για τη συντήρησή τους.

Ετυμολογία

ενδοδημοτικός < ενδο- + δημοτικός• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενδοδημοτικόςενδοδημοτικήενδοδημοτικό
Γενικήενδοδημοτικούενδοδημοτικήςενδοδημοτικού
Αιτιατικήενδοδημοτικόενδοδημοτικήενδοδημοτικό
Κλητικήενδοδημοτικέενδοδημοτικήενδοδημοτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενδοδημοτικοίενδοδημοτικέςενδοδημοτικά
Γενικήενδοδημοτικώνενδοδημοτικώνενδοδημοτικών
Αιτιατικήενδοδημοτικούςενδοδημοτικέςενδοδημοτικά
Κλητικήενδοδημοτικοίενδοδημοτικέςενδοδημοτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →