ενδοηπειρωτικός
•
- που βρίσκεται μέσα σε μία ήπειρο Βικιλεξικό
- που βριλσκεται στη ηπειρωτική χώρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενδοηπειρωτικός < ενδο- + ηπειρωτικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδοηπειρωτικός | ενδοηπειρωτική | ενδοηπειρωτικό |
| Γενική | ενδοηπειρωτικού | ενδοηπειρωτικής | ενδοηπειρωτικού |
| Αιτιατική | ενδοηπειρωτικό | ενδοηπειρωτική | ενδοηπειρωτικό |
| Κλητική | ενδοηπειρωτικέ | ενδοηπειρωτική | ενδοηπειρωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδοηπειρωτικοί | ενδοηπειρωτικές | ενδοηπειρωτικά |
| Γενική | ενδοηπειρωτικών | ενδοηπειρωτικών | ενδοηπειρωτικών |
| Αιτιατική | ενδοηπειρωτικούς | ενδοηπειρωτικές | ενδοηπειρωτικά |
| Κλητική | ενδοηπειρωτικοί | ενδοηπειρωτικές | ενδοηπειρωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →