Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενδοηπειρωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που βρίσκεται μέσα σε μία ήπειρο Βικιλεξικό
  2. που βριλσκεται στη ηπειρωτική χώρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενδοηπειρωτικός < ενδο- + ηπειρωτικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενδοηπειρωτικόςενδοηπειρωτικήενδοηπειρωτικό
Γενικήενδοηπειρωτικούενδοηπειρωτικήςενδοηπειρωτικού
Αιτιατικήενδοηπειρωτικόενδοηπειρωτικήενδοηπειρωτικό
Κλητικήενδοηπειρωτικέενδοηπειρωτικήενδοηπειρωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενδοηπειρωτικοίενδοηπειρωτικέςενδοηπειρωτικά
Γενικήενδοηπειρωτικώνενδοηπειρωτικώνενδοηπειρωτικών
Αιτιατικήενδοηπειρωτικούςενδοηπειρωτικέςενδοηπειρωτικά
Κλητικήενδοηπειρωτικοίενδοηπειρωτικέςενδοηπειρωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →