Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενδοθερμικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. χημείαχαρακτηριστικό χημικής αντίδρασης η οποία έχει σαν αποτέλεσμα την απορρόφηση ενέργειας Βικιλεξικό
  2. ζωολογίαθερμόαιμος Βικιλεξικό
    • Οι γραμμές αυτές εμφανίζονται επίσης στα σημερινά ψυχρόαιμα ερπετά όπως οι σαύρες ή οι κροκόδειλοι, αλλά σπανίως έχουν παρατηρηθεί στα οστά θερμόαιμων – ή ενδοθερμικών – ζώων με διαρκώς σταθερή και υψηλή θερμοκρασία, όπως τα θηλαστικά. (εφ. Το Βήμα, 27/6/2012)

Ετυμολογία

ενδοθερμικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική endothermic < αρχαία ελληνική ἔνδον + θερμός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενδοθερμικόςενδοθερμικήενδοθερμικό
Γενικήενδοθερμικούενδοθερμικήςενδοθερμικού
Αιτιατικήενδοθερμικόενδοθερμικήενδοθερμικό
Κλητικήενδοθερμικέενδοθερμικήενδοθερμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενδοθερμικοίενδοθερμικέςενδοθερμικά
Γενικήενδοθερμικώνενδοθερμικώνενδοθερμικών
Αιτιατικήενδοθερμικούςενδοθερμικέςενδοθερμικά
Κλητικήενδοθερμικοίενδοθερμικέςενδοθερμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →