ενδοιαστικώς
•
- με ενδοιαστικό τρόπο, με ενδοιασμούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενδοιαστικώς < ελληνιστική κοινή ἐνδοιαστικῶς < ἐνδοιαστικός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
ενδοιαστικώς < ελληνιστική κοινή ἐνδοιαστικῶς < ἐνδοιαστικός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →