ενδοκυβερνητικός
•
- πολιτικήπου αναφέρεται στις σχέσεις που έχουν μεταξύ τους τα μέλη μιας κυβέρνησης ή οι πολιτικοί σχηματισμοί που την στηρίζουν Βικιλεξικό
- Σε νέα σύσκεψη των κυβερνητικών εταίρων εντός των επομένων εικοσιτετραώρων, αν και ακόμα δεν έχει προσδιοριστεί πότε ακριβώς θα γίνει, παραπέμπεται η επίλυση των ενδοκυβερνητικών τριβών. (*)
Ετυμολογία
ενδοκυβερνητικός < ενδο- + κυβερνητικός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική intergovernmental)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδοκυβερνητικός | ενδοκυβερνητική | ενδοκυβερνητικό |
| Γενική | ενδοκυβερνητικού | ενδοκυβερνητικής | ενδοκυβερνητικού |
| Αιτιατική | ενδοκυβερνητικό | ενδοκυβερνητική | ενδοκυβερνητικό |
| Κλητική | ενδοκυβερνητικέ | ενδοκυβερνητική | ενδοκυβερνητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδοκυβερνητικοί | ενδοκυβερνητικές | ενδοκυβερνητικά |
| Γενική | ενδοκυβερνητικών | ενδοκυβερνητικών | ενδοκυβερνητικών |
| Αιτιατική | ενδοκυβερνητικούς | ενδοκυβερνητικές | ενδοκυβερνητικά |
| Κλητική | ενδοκυβερνητικοί | ενδοκυβερνητικές | ενδοκυβερνητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →