ενδοοικογενειακός
•
- που αναφέρεται, εκδηλώνεται ή πραγματοποιείται στο εσωτερικό της οικογένειας και στις σχέσεις μεταξύ των μελών της Βικιλεξικό
- Πάνω από 700 εκατομμύρια γυναίκες είναι θύματα ενδοοικογενειακής βίας σε όλο τον κόσμο, ιδιαίτερα στη Νότια Ασία και την Αφρική, σύμφωνα με έκθεση που δημοσιεύθηκε την Τετάρτη. (www.ethnos.gr)
Ετυμολογία
ενδοοικογενειακός < ενδο- + οικογενειακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδοοικογενειακός | ενδοοικογενειακή | ενδοοικογενειακό |
| Γενική | ενδοοικογενειακού | ενδοοικογενειακής | ενδοοικογενειακού |
| Αιτιατική | ενδοοικογενειακό | ενδοοικογενειακή | ενδοοικογενειακό |
| Κλητική | ενδοοικογενειακέ | ενδοοικογενειακή | ενδοοικογενειακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδοοικογενειακοί | ενδοοικογενειακές | ενδοοικογενειακά |
| Γενική | ενδοοικογενειακών | ενδοοικογενειακών | ενδοοικογενειακών |
| Αιτιατική | ενδοοικογενειακούς | ενδοοικογενειακές | ενδοοικογενειακά |
| Κλητική | ενδοοικογενειακοί | ενδοοικογενειακές | ενδοοικογενειακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →