ενδοομιλικός
•
- νεολογισμόςπου αφορά την εσωτερική κατάσταση ενός ομίλου, κι όχι τα πράγματα εκτός ομίλου Βικιλεξικό
- Επίσης ζητούν να αυξηθούν τα μέτρα για την ασφάλεια στην εργασία, να καταργηθεί η ανάθεση εργασιών με εργολαβίες και ο ενδοομιλικός δανεισμός εργαζομένων. (Σοφία Χριστοφορίδου, Κλειστό παραμένει και το δεύτερο μεγάλο χαλυβουργείο της Θεσσαλονίκης, εφ. Μακεδονία, 17 Ιουλίου 2019)
Ετυμολογία
ενδοομιλικός < ενδο- + ομιλικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδοομιλικός | ενδοομιλική | ενδοομιλικό |
| Γενική | ενδοομιλικού | ενδοομιλικής | ενδοομιλικού |
| Αιτιατική | ενδοομιλικό | ενδοομιλική | ενδοομιλικό |
| Κλητική | ενδοομιλικέ | ενδοομιλική | ενδοομιλικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδοομιλικοί | ενδοομιλικές | ενδοομιλικά |
| Γενική | ενδοομιλικών | ενδοομιλικών | ενδοομιλικών |
| Αιτιατική | ενδοομιλικούς | ενδοομιλικές | ενδοομιλικά |
| Κλητική | ενδοομιλικοί | ενδοομιλικές | ενδοομιλικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →