ενδοπανεπιστημιακός
•
- που βρίσκεται ή πραγματοποιείται μέσα στο πανεπιστήμιο Βικιλεξικό
- Ειδικότερα, η αποστροφή μεγάλου μέρους του φοιτητικού κόσμου προς το ενδοπανεπιστημιακό πολιτικό κύκλωμα επιβεβαιώνει την αποδυνάμωση και τη σταδιακή κατάρρευση του τελευταίου.
Ετυμολογία
ενδοπανεπιστημιακός < ενδο- + πανεπιστημιακός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική intra-universitaire.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδοπανεπιστημιακός | ενδοπανεπιστημιακή | ενδοπανεπιστημιακό |
| Γενική | ενδοπανεπιστημιακού | ενδοπανεπιστημιακής | ενδοπανεπιστημιακού |
| Αιτιατική | ενδοπανεπιστημιακό | ενδοπανεπιστημιακή | ενδοπανεπιστημιακό |
| Κλητική | ενδοπανεπιστημιακέ | ενδοπανεπιστημιακή | ενδοπανεπιστημιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδοπανεπιστημιακοί | ενδοπανεπιστημιακές | ενδοπανεπιστημιακά |
| Γενική | ενδοπανεπιστημιακών | ενδοπανεπιστημιακών | ενδοπανεπιστημιακών |
| Αιτιατική | ενδοπανεπιστημιακούς | ενδοπανεπιστημιακές | ενδοπανεπιστημιακά |
| Κλητική | ενδοπανεπιστημιακοί | ενδοπανεπιστημιακές | ενδοπανεπιστημιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →