Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενδοπαρασιτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. βιολογίαπου έχει σχέση με ενδοπαράσιτο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενδοπαρασιτικός < ενδοπαράσιτο + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενδοπαρασιτικόςενδοπαρασιτικήενδοπαρασιτικό
Γενικήενδοπαρασιτικούενδοπαρασιτικήςενδοπαρασιτικού
Αιτιατικήενδοπαρασιτικόενδοπαρασιτικήενδοπαρασιτικό
Κλητικήενδοπαρασιτικέενδοπαρασιτικήενδοπαρασιτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενδοπαρασιτικοίενδοπαρασιτικέςενδοπαρασιτικά
Γενικήενδοπαρασιτικώνενδοπαρασιτικώνενδοπαρασιτικών
Αιτιατικήενδοπαρασιτικούςενδοπαρασιτικέςενδοπαρασιτικά
Κλητικήενδοπαρασιτικοίενδοπαρασιτικέςενδοπαρασιτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →