ενδοπαρασιτικός
•
- βιολογίαπου έχει σχέση με ενδοπαράσιτο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενδοπαρασιτικός < ενδοπαράσιτο + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδοπαρασιτικός | ενδοπαρασιτική | ενδοπαρασιτικό |
| Γενική | ενδοπαρασιτικού | ενδοπαρασιτικής | ενδοπαρασιτικού |
| Αιτιατική | ενδοπαρασιτικό | ενδοπαρασιτική | ενδοπαρασιτικό |
| Κλητική | ενδοπαρασιτικέ | ενδοπαρασιτική | ενδοπαρασιτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδοπαρασιτικοί | ενδοπαρασιτικές | ενδοπαρασιτικά |
| Γενική | ενδοπαρασιτικών | ενδοπαρασιτικών | ενδοπαρασιτικών |
| Αιτιατική | ενδοπαρασιτικούς | ενδοπαρασιτικές | ενδοπαρασιτικά |
| Κλητική | ενδοπαρασιτικοί | ενδοπαρασιτικές | ενδοπαρασιτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →