Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενδοσκοπικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου σχετίζεται με την ενδοσκόπηση ή γίνεται με ενδοσκόπιο Βικιλεξικό
    • ενδοσκοπική εξέταση
  2. ψυχολογίαπου σχετίζεται με την ανάλυση την συνείδησης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενδοσκοπικός < ενδοσκόπ(ηση) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενδοσκοπικόςενδοσκοπικήενδοσκοπικό
Γενικήενδοσκοπικούενδοσκοπικήςενδοσκοπικού
Αιτιατικήενδοσκοπικόενδοσκοπικήενδοσκοπικό
Κλητικήενδοσκοπικέενδοσκοπικήενδοσκοπικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενδοσκοπικοίενδοσκοπικέςενδοσκοπικά
Γενικήενδοσκοπικώνενδοσκοπικώνενδοσκοπικών
Αιτιατικήενδοσκοπικούςενδοσκοπικέςενδοσκοπικά
Κλητικήενδοσκοπικοίενδοσκοπικέςενδοσκοπικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →