ενδοσκοπικός
•
- ιατρικήπου σχετίζεται με την ενδοσκόπηση ή γίνεται με ενδοσκόπιο Βικιλεξικό
- ενδοσκοπική εξέταση
- ψυχολογίαπου σχετίζεται με την ανάλυση την συνείδησης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενδοσκοπικός < ενδοσκόπ(ηση) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδοσκοπικός | ενδοσκοπική | ενδοσκοπικό |
| Γενική | ενδοσκοπικού | ενδοσκοπικής | ενδοσκοπικού |
| Αιτιατική | ενδοσκοπικό | ενδοσκοπική | ενδοσκοπικό |
| Κλητική | ενδοσκοπικέ | ενδοσκοπική | ενδοσκοπικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδοσκοπικοί | ενδοσκοπικές | ενδοσκοπικά |
| Γενική | ενδοσκοπικών | ενδοσκοπικών | ενδοσκοπικών |
| Αιτιατική | ενδοσκοπικούς | ενδοσκοπικές | ενδοσκοπικά |
| Κλητική | ενδοσκοπικοί | ενδοσκοπικές | ενδοσκοπικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →