ενδοσκοπώ
•
- ιατρικήκάνω ενδοσκόπηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενδοσκοπώ < ενδοσκόπ(ιο) + -ώ (αναδρομικός σχηματισμός)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ενδοσκοπώ | ενδοσκοπείς | ενδοσκοπεί | ενδοσκοπούμε | ενδοσκοπείτε | ενδοσκοπούν / ενδοσκοπούνε |
| Παρατατικός | ενδοσκοπούσα | ενδοσκοπούσες | ενδοσκοπούσε | ενδοσκοπούσαμε | ενδοσκοπούσατε | ενδοσκοπούσαν / ενδοσκοπούσανε |
| Αόριστος | ενδοσκόπησα | ενδοσκόπησες | ενδοσκόπησε | ενδοσκοπήσαμε | ενδοσκοπήσατε | ενδοσκοπήσαν / ενδοσκοπήσανε / ενδοσκόπησαν |
| Μέλλοντας | θα ενδοσκοπήσω / θα ενδοσκοπώ | θα ενδοσκοπήσεις / θα ενδοσκοπείς | θα ενδοσκοπήσει / θα ενδοσκοπεί | θα ενδοσκοπήσουμε / θα ενδοσκοπούμε | θα ενδοσκοπήσετε / θα ενδοσκοπείτε | θα ενδοσκοπήσουν / θα ενδοσκοπήσουνε / θα ενδοσκοπούν / θα ενδοσκοπούνε |
| Παρακείμενος | έχω ενδοσκοπήσει | έχεις ενδοσκοπήσει | έχει ενδοσκοπήσει | έχουμε ενδοσκοπήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ενδοσκοπήσει | είχες ενδοσκοπήσει | είχε ενδοσκοπήσει | είχαμε ενδοσκοπήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ενδοσκοπήσει / να ενδοσκοπήσω / να ενδοσκοπώ | να έχεις ενδοσκοπήσει / να ενδοσκοπήσεις / να ενδοσκοπείς | να έχει ενδοσκοπήσει / να ενδοσκοπήσει / να ενδοσκοπεί | να έχουμε ενδοσκοπήσει / να ενδοσκοπήσουμε / να ενδοσκοπούμε | να ενδοσκοπήσετε / να ενδοσκοπείτε | να ενδοσκοπήσουν / να ενδοσκοπήσουνε / να ενδοσκοπούν / να ενδοσκοπούνε |
| Προστακτική | — | ενδοσκόπησε | — | — | ενδοσκοπήστε / ενδοσκοπείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ενδοσκοπήθηκαενδοσκοπούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →