Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενδοφλεβικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου γίνεται ή υπάρχει μέσα στη φλέβα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενδοφλεβικός < ενδο- + φλεβικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική intraveineux)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενδοφλεβικόςενδοφλεβικήενδοφλεβικό
Γενικήενδοφλεβικούενδοφλεβικήςενδοφλεβικού
Αιτιατικήενδοφλεβικόενδοφλεβικήενδοφλεβικό
Κλητικήενδοφλεβικέενδοφλεβικήενδοφλεβικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενδοφλεβικοίενδοφλεβικέςενδοφλεβικά
Γενικήενδοφλεβικώνενδοφλεβικώνενδοφλεβικών
Αιτιατικήενδοφλεβικούςενδοφλεβικέςενδοφλεβικά
Κλητικήενδοφλεβικοίενδοφλεβικέςενδοφλεβικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →