Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενδοχώριος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που βρίσκεται στην ενδοχώρα ή αναφέρεται σε αυτήν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενδοχώριος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενδοχώριοςενδοχώριαενδοχώριο
Γενικήενδοχώριουενδοχώριαςενδοχώριου
Αιτιατικήενδοχώριοενδοχώριαενδοχώριο
Κλητικήενδοχώριεενδοχώριαενδοχώριο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενδοχώριοιενδοχώριεςενδοχώρια
Γενικήενδοχώριωνενδοχώριωνενδοχώριων
Αιτιατικήενδοχώριουςενδοχώριεςενδοχώρια
Κλητικήενδοχώριοιενδοχώριεςενδοχώρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →