Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενδρομίδα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιστορίαἐνδρομίς Βικιλεξικό
  2. λόγιομπότα Βικιλεξικό
  3. βαρύ μάλλινο ύφασμα που χρησιμοποιείται σαν σκέπασμα, πανωφόρι κ.λπ. Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: αντρομίδα, αντραμίδα

Ετυμολογία

ενδρομίδα < καθαρεύουσα ἐνδρομίς < ελληνιστική κοινή ἐνδρομίς < ἔνδρομος < αρχαία ελληνική ἐν + δρόμος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήενδρομίδαενδρομίδες
Γενικήενδρομίδαςενδρομίδων
Αιτιατικήενδρομίδαενδρομίδες
Κλητικήενδρομίδαενδρομίδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →