ενδρομίδα
•
- ιστορίαἐνδρομίς Βικιλεξικό
- λόγιομπότα Βικιλεξικό
- βαρύ μάλλινο ύφασμα που χρησιμοποιείται σαν σκέπασμα, πανωφόρι κ.λπ. Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: αντρομίδα, αντραμίδα
Ετυμολογία
ενδρομίδα < καθαρεύουσα ἐνδρομίς < ελληνιστική κοινή ἐνδρομίς < ἔνδρομος < αρχαία ελληνική ἐν + δρόμος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδρομίδα | ενδρομίδες |
| Γενική | ενδρομίδας | ενδρομίδων |
| Αιτιατική | ενδρομίδα | ενδρομίδες |
| Κλητική | ενδρομίδα | ενδρομίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →