Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενδυματολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ενδυματικός· που αφορά τον ρουχισμό (άμεσα) Βικιλεξικό
  2. που αφορά την ενδυματολογία (έμμεσα τα ρούχα και άμεσα αναλύσεις για τον ρουχισμό) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενδυματολογικός < ένδυμα, ενδυματικός + -ο- + -λογικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενδυματολογικόςενδυματολογικήενδυματολογικό
Γενικήενδυματολογικούενδυματολογικήςενδυματολογικού
Αιτιατικήενδυματολογικόενδυματολογικήενδυματολογικό
Κλητικήενδυματολογικέενδυματολογικήενδυματολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενδυματολογικοίενδυματολογικέςενδυματολογικά
Γενικήενδυματολογικώνενδυματολογικώνενδυματολογικών
Αιτιατικήενδυματολογικούςενδυματολογικέςενδυματολογικά
Κλητικήενδυματολογικοίενδυματολογικέςενδυματολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →