Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενδυματολόγος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαπου φτιάχνει ενδύματα / ρούχα για θεατρικές ή τηλεοπτικές ή κινηματογραφικές παραστάσεις Βικιλεξικό
    • Είχα μάθει τους ρόλους μου και, καθώς δεν υπήρχε ενδυματολόγος, είχα ράψει φορεματάκια και αγοράσει καπελάκια και ήμουνα φιγουρίνι. (Γράμμα στον Κωστή, Ξένια Καλογεροπούλου, Εκδ. Πατάκη, 2015 https://books.google.gr/books?id=G-IPCwAAQBAJ&lpg=PT122&dq=%CE%B5%CE%BD%CE%B4%CF%85%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82&pg=PT122#v=onepage&q=%CE%B5%CE%BD%CE%B4%CF%85%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82&f=false)
    • Οι σκηνογράφοι και οι ενδυματολόγοι κάνανε την εμφάνισή τους με τη λειτουργία του Εθνικού. Οι πολυπρόσωπες και δαπανηρές παραστάσεις που ανέβαζε απαιτούσαν πλούσια σκηνικά και κοστούμια, που σχεδιάζονταν και κατασκευάζονταν για ... (Εθνικό θέατρο: εξήντα χρόνια σκηνή και παρασκήνιο, Βασίλης Κανάκης, Εκδ. Κάκτος, 1999)

Ετυμολογία

ενδυματολόγος < ένδυμα, ενδύματ-(ος) + -ο- + -λόγος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήενδυματολόγοςενδυματολόγοι
Γενικήενδυματολόγουενδυματολόγων
Αιτιατικήενδυματολόγοενδυματολόγους
Κλητικήενδυματολόγεενδυματολόγοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →