Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενδυτή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. εκκλησιαστικός όροςκάλυμμα που τοποθετείται πάνω από το κατασάρκιο στην Αγία Τράπεζα Βικιλεξικό
    • Πάνω από το Κατασάρκιο τοποθετείται η «Ενδυτή», η στολή της Αγίας Τράπεζας, που συμβολίζει τη θεία δόξα. Η «Ενδυτή» είναι κάλυμμα πολυτελείας, καθώς δίδουμε στον Χριστό ό, τι καλύτερο έχουμε να προσφέρουμε. Η εναλλαγή χρωμάτων και υφασμάτων της «Ενδυτής», λευκό, πορφυρούν κ.ά. βασίζεται στις εορτολογικές περιόδους της Εκκλησίας, καθώς και στις μεγάλες εορτές και Πανηγύρεις.

Ετυμολογία

ενδυτή < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἐνδυτή < αρχαία ελληνική ἐνδυτός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήενδυτήενδυτές
Γενικήενδυτήςενδυτών
Αιτιατικήενδυτήενδυτές
Κλητικήενδυτήενδυτές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →