ενδόρρηξη
•
- φυσικήη κατάρρευση υλικού προς τα μέσα, όταν δέχεται πίεση μεγαλύτερη από την αντοχή του Βικιλεξικό
- Έχουν δημιουργηθεί πολλές απορίες σχετικά με το τι ακριβώς συνέβη με αποτέλεσμα το επόμενο διάστημα οι έρευνες να επικεντρωθούν στα αίτια που οδήγησαν στην ενδόρρηξη του υποβρυχίου. (www.tanea.gr, 23.06.2023)
- μεταφορικάαπότομη κατάρρευση προς τα έσω, κλείσιμο / περιορισμός σε στενότερα πλαίσια Βικιλεξικό
- Ας έχουμε κατά νου και το ενδεχόμενο της ενδόρρηξης, μιας κατάρρευσης προς τα έσω, με χαρακτήρες παθητικότητας, παράλυσης, μοιρολατρικής υποταγής και αυτοεγκατάλειψης. (Ν. Γ. Ξυδάκης, «Ενδόρρηξη, ένας ενδεχόμενος μαύρος κύκνος», Η Καθημερινή, 16 Δεκεμβρίου 2012)
- Οι επιστήμονες περιγράφουν αυτό που μας συμβαίνει ως «κοινωνική ενδόρρηξη», η οποία, όπως περιγράφουν οι καθηγητές του Τμήματος Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου, Σωτήρης Χτούρης και Αναστασία Ζήση, σε έρευνα που παρουσίασαν μετά το πρώτο λοκντάουν, «επέρχεται όταν οι δεσμοί και οι κοινωνικές λειτουργίες του ατόμου αναστρέφουν από τον κοινωνικό περίγυρο και την οικονομική ανταλλαγή και περιορίζονται στο εσωτερικό του νοικοκυριού» και το κοινωνικό υποκείμενο «αναστρέφει από τα ζωντανά του βιώματα στον κοινωνικό κόσμο και αυτοπεριορίζεται με τη θέλησή του ή όχι στις περιορισμένες διαδράσεις του νοικοκυριού, στην κοινωνική μνήμη, στη φαντασία, στον ενδοσκοπικό συναισθηματικό κόσμο, στα ΜΜΕ ή στον εικονικό κόσμο και την επικοινωνία της κοινωνίας της πληροφορίας». (www.efsyn.gr, 15.11.2020)
Ετυμολογία
ενδόρρηξη < ενδό- + ρήξη (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική implosion)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδόρρηξη | ενδορρήξεις |
| Γενική | ενδόρρηξης | ενδορρήξεων |
| Αιτιατική | ενδόρρηξη | ενδορρήξεις |
| Κλητική | ενδόρρηξη | ενδορρήξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →