Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενδότατος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που βρίσκεται πολύ ένδον / μέσα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενδότατος < ελληνιστική κοινή ἐνδότατος < αρχαία ελληνική ἔνδον

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενδότατοςενδότατηενδότατο
Γενικήενδότατουενδότατηςενδότατου
Αιτιατικήενδότατοενδότατηενδότατο
Κλητικήενδότατεενδότατηενδότατο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενδότατοιενδότατεςενδότατα
Γενικήενδότατωνενδότατωνενδότατων
Αιτιατικήενδότατουςενδότατεςενδότατα
Κλητικήενδότατοιενδότατεςενδότατα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →