Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενεδρευτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με ενέδρευση ή ενεδρευτή ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενεδρευτικός < ελληνιστική κοινή ἐνεδρευτικός < ἐνεδρευτής < αρχαία ελληνική ἐνεδρεύω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενεδρευτικόςενεδρευτικήενεδρευτικό
Γενικήενεδρευτικούενεδρευτικήςενεδρευτικού
Αιτιατικήενεδρευτικόενεδρευτικήενεδρευτικό
Κλητικήενεδρευτικέενεδρευτικήενεδρευτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενεδρευτικοίενεδρευτικέςενεδρευτικά
Γενικήενεδρευτικώνενεδρευτικώνενεδρευτικών
Αιτιατικήενεδρευτικούςενεδρευτικέςενεδρευτικά
Κλητικήενεδρευτικοίενεδρευτικέςενεδρευτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →